αδερφώνω


αδερφώνω
αδελψώνω και αδερφώνω, αδέλφωσα και αδέρφωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αδελφώνω — και αδερφώνω Ι. ενεργ. συμφιλιώνω ΙΙ. (ενεργ. και μέσ.) 1. συμφιλιώνομαι 2. συνδέομαι με στενή φιλία 3. προσφέρω ή αποκτώ αδελφό 4. συνάπτω, ενώνω 5. συμφύομαι με παραφυάδες, με βλαστούς λέγεται κυρίως για τα δημητριακά, όταν εκφύονται δίδυμοι ή… …   Dictionary of Greek

  • αδελψώνω — και αδερφώνω, αδέλφωσα και αδέρφωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αδελφώνω — και αδερφώνω αδέλφωσα, αδελφώθηκα, αδελφωμένος, ενώνω με αδελφική φιλία, συμφιλιώνω: Το περιστατικό αυτό στάθηκε αφορμή να αδελφωθούν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)